υιοθεσία

υιοθεσία
υιοθέτηση [-ις (-εως)] η
1) усыновление; 2) перен. признание, одобрение, принятие (чьего-л. мнения и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "υιοθεσία" в других словарях:

  • υἱοθεσία — υἱοθεσίᾱ , υἱοθεσία adoption as a son fem nom/voc/acc dual υἱοθεσίᾱ , υἱοθεσία adoption as a son fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱοθεσίᾳ — υἱοθεσίαι , υἱοθεσία adoption as a son fem nom/voc pl υἱοθεσίᾱͅ , υἱοθεσία adoption as a son fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υιοθεσία — η 1. το να αναγνωρίζει κανείς επίσημα ξένο τέκνο ως δικό του, η υιοθέτηση: Συγγένεια από υιοθεσία. 2. μτφ., το να αναγνωρίζει κανείς ξένο πράγμα (πράξη, ευθύνη, γνώμη κτλ.), ως δικό του, ενστερνισμός, παραδοχή: Υιοθεσία της άποψης αυτής οδηγεί σε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υιοθεσία — η / υιοθεσία, ΝΜΑ η ενέργεια τού υιοθετώ, η επίσημη αναγνώριση από κάποιον ενός ξένου παιδιού ως δικού του με νόμιμη διαδικασία, υιοθέτηση νεοελλ. 1. (νομ.) η νομική απόκτηση τέκνου 2. μτφ. έγκριση, αποδοχή ενέργειας, γνώμης, ιδέας ή απόφασης… …   Dictionary of Greek

  • υἱοθεσίας — υἱοθεσίᾱς , υἱοθεσία adoption as a son fem acc pl υἱοθεσίᾱς , υἱοθεσία adoption as a son fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱοθεσίαι — υἱοθεσία adoption as a son fem nom/voc pl υἱοθεσίᾱͅ , υἱοθεσία adoption as a son fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υἱοθεσίαν — υἱοθεσίᾱν , υἱοθεσία adoption as a son fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονέων και τέκνων, σχέσεις — (Νομ.).Ο δεσμός μεταξύ γονέων και τέκνων, σύμφωνα με τον οποίο καθορίζονται πολυάριθμες έννομες σχέσεις, όπως η γονική μέριμνα, η κληρονομική διαδοχή, η επιλογή απόκτησης του επώνυμου κλπ. Ο δεσμός αυτός έχει ως έρεισμα τη γέννηση από γάμο, τη… …   Dictionary of Greek

  • ιθαγένεια — (Νομ.). Όρος που υποδηλώνει τον νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος. Η εναλλακτική του ονομασία είναι υπηκοότητα. Η ι. είναι θεσμός που αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση του ατόμου, ενώ ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το δημόσιο δίκαιο. Η ι.… …   Dictionary of Greek

  • συγγένεια — Είναι δεσμός κοινής καταγωγής με τον οποίο ο νόμος συνδέει ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις (A.K. 1463, 1464). Η σ. είναι «εξ αίματος» ή «εξ αγχιστείας»: η πρώτη έχει ως έρεισμα την κοινότητα του αίματος και μπορεί να είναι «κατευθείαν… …   Dictionary of Greek

  • сыноположение — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (υἱοθεσία) усыновление, сыновнее состояние …   Словарь церковнославянского языка


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»